Τελεία | Ἄνω τελεία | Κόμμα | Δύο τελεῖες | Παύλα | Παρένθεση | Διπλὴ παύλα | Ἀγκύλες |
Εἰσαγωγικά | Ὁμοιωματικά | Θαυμαστικό | Ἐρωτηματικό | Ἀποσιωπητικά | Ἀστερίσκος |
Σταυρός | Ἑνωτικό | Ὑποδιαστολή | Ἀπόστροφος | Παράγραφος | Σύν, πλήν |
Ἀριθμοὶ καὶ σημεῖα στίξης | Διαστήματα καὶ σημεῖα στίξης




Τελεία ( . )
Ἡ τελεία ἀνταποκρίνεται σὲ σταμάτημα ἢ κατέβασμα τῆς φωνῆς. Σημειώνεται:

α. στὸ τέλος μιᾶς πρότασης καὶ δείχνει πὼς ὅ,τι εἰπώθηκε ἔχει ἀκέραιο νόημα: Τὸ αὐτοκίνητο εἶναι ἄσπρο.

β. ὕστερα ἀπὸ μιὰ συντομογραφία: π.χ., κτλ. Ἐξαιροῦνται μερικὲς συντομογραφίες ποὺ σχετίζονται μὲ τὶς διευθύνσεις τοῦ ὁρίζοντα, ποὺ δὲν τὴν παίρνουν, π.χ.: Α= Ἀνατολή, ἀνατολικός, ἀνατολικά, ΝΔ = νοτιοδυτικός, νοτιοδυτικὰ κτλ. Ὅταν πρόκειται, ὅμως, γιὰ προσδιορισμὸ τόπων, προσθέτουμε στὶς συντομογραφίες Α, Β κτλ. μιὰ τελεία: ἡ Β. Ἀμερική, ἡ Ν. Εὐρώπη κτλ.

γ. σὲ πολυψήφιους ἀριθμούς, χωρίζοντας σὲ τριάδες τὰ ψηφία μὲ ἀρχὴ ἀπὸ τὰ δεξιά (π.χ., 2.234.456). Οἱ τετραψήφιοι ἀριθμοὶ καὶ οἱ χρονολογίες δὲ χρειάζονται τελεία (π.χ., 1821).

Μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ τελεία μετὰ ἀπὸ ἕνα ἀπόλυτο ἀριθμητικὸ γιὰ νὰ νοηθεῖ ὡς τακτικό: 9. = ἔνατος. (Ἡ χρήση αὐτὴ εἶναι σπάνια.)

Ἡ τελεία τοῦ τέλους δὲ σημειώνεται σὲ τίτλους βιβλίων, σ' ἐπιγραφὲς καὶ σ' ἐπικεφαλίδες.

Ἡ τελεία καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς στίξης:
Ὅταν ὑπάρχουν εἰσαγωγικὰ στὸ κείμενο, ἡ τελεία σημειώνεται πάντα ἔξω ἀπὸ αὐτά. Τὸ ἴδιο ἰσχύει στὶς περιπτώσεις χρήσης παρενθέσεων, ἀγκυλῶν κτλ. Ὡστόσο, ὅταν μέσα στὴν παρένθεση ὑπάρχει ὁλόκληρη περίοδος, τότε ἡ τελεία σημειώνεται μέσα στὴν παρένθεση.

Τελεία δὲν σημειώνεται μετὰ τὸ ἐρωτηματικό, τὸ θαυμαστικὸ καὶ τὰ ἀποσιωπητικά.


Ἄνω τελεία ( . ) [Alt+0183]
Ἡ ἄνω τελεία δηλώνει ἀρκετὰ στενὸ νοηματικὸ σύνδεσμο μὲ τὰ προηγούμενα καὶ χρησιμεύει γιὰ νὰ σημειώνουμε μικρότερη διακοπὴ παρὰ μὲ τὴν τελεία καὶ μεγαλύτερη παρὰ μὲ τὸ κόμμα. Εἰδικότερα ἡ ἄνω τελεία:

Μέσα στὴν περίοδο χωρίζει ὁμάδες ἀπὸ προτάσεις. Οἱ προτάσεις αὐτές χωρίζονται μεταξύ τους μὲ κόμματα, π.χ.: Τοῦ Αἰσχύλου σώζονται τρεῖς τραγωδίες ἀπὸ τὸν τρωικὸ κύκλο, ὁ Ἀγαμέμνονας, οἱ Χοηφόρες, οἱ Εὐμενίδες• τοῦ Σοφοκλῆ, ὁ Αἴας, ἡ Ἠλέκτρα καὶ ὁ Φιλοκτήτης.

Στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς φράσης χωρίζει δύο μέρη της ποὺ σχετίζονται μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἔχουν διαφορές, ἰδίως ὅταν τὸ δεύτερο ἐπεξηγεῖ ἢ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ πρῶτο, π.χ.: Αὐτὸς δὲν ἦταν ἄνθρωπος• ἤτανε θεριό, δράκος, τοῦ βουνοῦ στοιχειό. Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθης,/ δὲ θὰ βρῆς παρὰ τὸν τάφο./ εἶμαι ὀμπρός του καὶ σοῦ γράφω/ μέρα πρώτη τοῦ Μαγιοῦ. (Σολωμός).

Ἡ ἄνω τελεία καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς στίξης:
Ὅταν ὑπάρχουν στὴν πρόταση εἰσαγωγικὰ ἢ παρένθεση, ἡ ἄνω τελεία σημειώνεται ἔξω ἀπὸ τὴν παρένθεση ἢ τὰ εἰσαγωγικά.

Παρατήρηση: Ἡ χρήση τῆς ἄνω τελείας ἔχει ἀτονήσει σήμερα. στὴ θέση της χρησιμοποιεῖται τὸ κόμμα ἢ ἡ τελεία. Ἕνας ἐπιπλέον λόγος γιὰ τὴν ὁλοένα καὶ ἀραιότερη χρήση της, ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς τῆς μὴ παρουσίας της στὸ τυποποιημένο πληκτρολόγιο τῶν ὑπολογιστῶν. Ἡ εἰσαγωγὴ στὸ κείμενο πρέπει νὰ γίνει μὲ εἰδικὴ πληκτρολόγηση. Τὸ σύμβολο τῆς ἄνω τελείας ἀντιστοιχεῖ στὸ συνδυασμὸ πλήκτρων Alt+0183 (μὲ τὸ ἀριθμητικὸ πληκτρολόγιο). Μιὰ καλὴ πρακτική, γιὰ ὅσους χρησιμοποιοῦν κειμενογράφους ποὺ τὸ ἐπιτρέπουν, εἶναι νὰ αντιστοιχηθεῖ στὴν ἄνω τελεία μιὰ ἁπλὴ λειτουργία αὐτόματης διόρθωσης κειμένου . μιὰ απλή, ἀποτελεσματικὴ καὶ εὐκολομνημόνευτη ἀλληλουχία πλήκτρων εἶναι τὰ δύο συνεχόμενα κόμματα ",,".

Πάνω


Κόμμα ( , )
Τὸ κόμμα χρησιμεύει συνήθως γιὰ νὰ σημειώσουμε λογικὸ χωρισμὸ καὶ μικρὸ σταμάτημα στὸ ἐσωτερικὸ τῆς περιόδου, ἢ σὲ μεγάλες φράσεις γιὰ νὰ δώσουμε εὐκαιρία σὲ ἀναπνοή, εἴτε γιὰ νὰ κάνουμε τὸ κείμενο νὰ διαβάζεται εὐκολότερα (λ.χ. σὲ θεατρικὰ κείμενα, διδακτικὰ βιβλία) ἢ γιὰ νὰ προκαλέσουμε προσδοκία. Τὸ κόμμα εἶναι τὸ πιὸ συχνὸ σημεῖο τῆς στίξης καὶ ἡ χρήση του εἶναι ἀπαραίτητη προκειμένου ν' ἀποφεύγονται παρανοήσεις καὶ ἡ ἀνάγνωση, ἢ ἡ ἀπαγγελία, νὰ γίνεται εὐκολότερη. Ἂν καὶ δὲν ὑπάρχουν ἀπόλυτοι κανόνες γιὰ τὴ χρήση τοῦ κόμματος, σὲ γενικὲς γραμμὲς χρησιμεύει γιὰ νὰ χωρίζουμε:

• Μέσα στὴν πρόταση τοὺς ὅμοιους ἀναμεταξύ τους ὅρους, ὅταν τοὺς παραθέτουμε ἀσύνδετους, π.χ.: Ἡ θάλασσα ἦταν ἤρεμη, γαλήνια, καθαρή.

Στὴν ἀπαρίθμηση ἐπιθέτων μπρὸς ἀπὸ ἕνα οὐσιαστικὸ τὸ κόμμα μπαίνει καὶ πρὶν τὸ τελευταῖο ἐπίθετο, ὅταν αὐτὸ προσδιορίζει τὸ οὐσιαστικὸ ἀκριβῶς ὅπως καὶ τ' ἄλλα: Μὲ ἀργά, βαριά, κουρασμένα βήματα. Ἀλλὰ δὲν μπαίνει ὅταν τὸ τελευταῖο ἐπίθετο ἀποτελεῖ μὲ τὸ οὐσιαστικὸ ἔννοια ποὺ τὴν προσδιορίζουν τὰ προηγούμενα ἐπίθετα: Μὲ κέρασε ἄσπρο παλιὸ κρασί.

• Τὴν παράθεση καὶ κάθε εἴδους ἐπεξήγηση: Ἄρχισε μιὰ βροχή, κατακλυσμός.– Ὁ Ὄλυμπος, τὸ ψηλότερο βουνὸ τῆς Ἑλλάδας, ἦταν κατοικία τῶν θεῶν.
• Τὴν κλητική: Νίκο, σοῦ στέλνω σήμερα τὸ γράμμα.– Πῆρα τὸ γράμμα σου, κύριε Γιῶργο, καὶ χαίρομαι ποὺ εἶσαι καλά.
• Ἕνα μόριο ἢ ἕνα βεβαιωτικὸ (ἢ ἀρνητικὸ) ἐπίρρημα στὴν ἀρχὴ τῆς περιόδου, ποὺ χρησιμεύει γιὰ τὴ σύνδεση μὲ τὰ προηγούμενα: Ναί, θὰ φύγω.– Ὄχι, δὲ θέλω.– Τότε, θὰ συμφωνήσουμε (δηλ. ἀφοῦ εἶναι ἔτσι).
• Τὶς κύριες ἀπὸ δευτερεύουσες προτάσεις – τὶς αἰτιολογικές, τελικές (ἐκτὸς ὅταν εἰσάγονται μὲ τὸ νά), ἀποτελεσματικές, ὑποθετικές, ἐναντιωματικές, χρονικές ἢ ποὺ εἰσάγονται μὲ τὸ χωρίς νά, ἰδίως ὅταν αὐτές προηγοῦνται ἢ ὅταν εἶναι μεγάλες, π.χ.: Δὲν πρέπει νὰ ξεκινήσομε, γιατὶ ὁ καιρὸς ἄρχισε νὰ χαλᾶ.– Ἂν θέλεις, ἔλα.– Χωρίς νὰ τὸ καταλάβω, μοῦ πῆραν τὸ πορτοφόλι.
• Τὶς πλάγιες ἐρωτηματικές προτάσεις ὅταν προηγοῦνται τοῦ ρήματος: Τὸ τὶ ἔκρυβε ἡ στάση της, ἦταν δύσκολο νὰ διαπιστωθεῖ. Ἀλλά: Ἦταν δύσκολο νὰ διαπιστωθεῖ τὸ τὶ ἔκρυβε ἡ στάση της.
• Τὸ ρῆμα καὶ τὸν ἀμέσως κατόπι του ἐμπρόθετο προσδιορισμὸ ποὺ φανερώνει ἀντίθεση, π.χ.: Περισσότερο ἔβλαψε, παρὰ ὀφέλησε.
• Τὶς συμπλεκτικὲς προτάσεις, π.χ.: Δὲ θὰ πάω στὰ Χανιά, οὔτε στὸ Ρέθυμνο.– Καὶ γενναίοι ἄνθρωποι ἦταν, καὶ τὸν ἑαυτό τους πρόσεχαν.
• Τὶς διαζευκτικὲς προτάσεις, π.χ.: Ἢ θὰ σωθοῦμε, ἢ θὰ χαθοῦμε.
• Τὶς ἀντιθετικὲς προτάσεις, π.χ.: Δὲν ἔχομε ἐμεῖς, μὰ κάτι θὰ γίνει.– Ναὶ μὲν εἶναι ἀκριβότερο, ἀλλὰ εἶναι τὸ καλύτερο γιὰ τὴ δουλειά μου.
• Τὶς συμπερασματικὲς προτάσεις: Νὰ ληφθοῦν τὰ ἀπαραίτητα μέτρα, ὥστε... – Δὲν εἶναι κακός, νὰ (=ὥστε νὰ) μὴ μᾶς δώσει νερό.
• Τὸ σύνδεσμο καὶ, ὅταν αὐτὸς ἔχει σημασία συνδέσμου ποὺ χρειάζεται κόμμα, π.χ.: Ἐσὺ μαζεύεις, καὶ (= ἐνῷ) αὐτὸς σκορπᾶ.– Πήγαινε στὸ καλό, καὶ (= γιατί) δὲ σ' ἔχω ἀνάγκη.
• Τοὺς ὅρους μιᾶς πρότασης ποὺ συνδέονται μὲ τοὺς συνδέσμους ἢ, εἴτε, μήτε, οὔτε, ὅταν εἶναι περισσότεροι τῶν δύο: Οὔτε ὁ Κώστας, οὔτε ὁ Γιῶργος, οὔτε ἡ Μαρία κατάφεραν νὰ λύσουν τὸ γρίφο. Ἀλλά: Οὔτε ὁ Μπάμπης οὔτε ὁ Θωμᾶς εἶπαν τὴν ἀλήθεια.

Ἡ δυσκολότερη περίπτωση εἶναι ἡ θέση ἢ μὴ τοῦ κόμματος πρὶν ἀπὸ ἀναφορικὴ πρόταση ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ ὑποκείμενο, ἐπειδὴ ἡ λανθασμένη χρήση τοῦ κόμματος ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀλλαγὴ τοῦ νοήματος τῆς πρότασης:

Τὰ δέντρα τοῦ κήπου ποὺ εἶναι καρποφόρα χρειάζονται λίπασμα.
Ἡ ἀναφορικὴ πρόταση ἐδῶ προσδιορίζει ἄμεσα τὸ ὑποκείμενο. Καθορίζει ποιὰ δέντρα τοῦ κήπου χρειάζονται λίπασμα, δηλαδὴ ὅσα δέντρα εἶναι καρποφόρα καὶ ὄχι ὅλα.
Πέταξαν τὰ ροδάκινα ποὺ εἶχαν σαπίσει. (= Πέταξαν μόνο ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ροδάκινα ποὺ εἶχαν σαπίσει).

Τὰ δέντρα τοῦ κήπου, ποὺ εἶναι καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.
(Ἐδῶ μπορεῖ νὰ παραλειφθεῖ ἡ ἀναφορικὴ πρόταση χωρίς νὰ προκύψει ἀλλοίωση τοῦ νοήματος• δηλαδὴ τὰ δέντρα τοῦ κήπου, ποὺ ὅπως γνωρίζουμε εἶναι ὅλα καρποφόρα, χρειάζονται λίπασμα.)
Πέταξαν τὰ ροδάκινα, ποὺ εἶχαν σαπίσει. (= Πέταξαν ὅλα τὰ ροδάκινα τὰ ὁποῖα εἶχαν σαπίσει).

Τὸ κόμμα καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς στίξης:
• Ὅταν παραθέτουμε τὰ λόγια κάποιου ἄλλου σὲ εἰσαγωγικά, σημειώνουμε τὸ κόμμα ἔξω ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ μόνο ὅταν τὸ ἀπαιτεῖ ἡ πρόταση: Κατορθώσαμε νὰ πεῖ «παραδίνομαι», γιατὶ τὸν κουράσαμε πάρα πολύ.
Ἀντίθετα, δὲν χωρίζουμε μὲ κόμμα τὶς παρένθετες προτάσεις, μικρές ἢ μεγάλες, ποὺ δηλώνουν ποιὸς εἶπε τὰ λόγια ποὺ βρίσκονται στὰ εἰσαγωγικά: «Εἴμαστε ἔθνος ἀνάδελφο» εἶπε ὁ Πρόεδρος.
Ἂν, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ προτάσεις ὑπάρχουν σὲ διαλόγους χωρὶς εἰσαγωγικὰ (εἰσάγονται δηλαδὴ μὲ παῦλες), χρησιμοποιοῦνται πάντα μὲ κόμμα:
– Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε νερό, μᾶς εἶπε ὁ περβολάρης.
• Δὲν σημειώνουμε κόμμα ἀμέσως μετὰ τὸ ἐρωτηματικὸ καὶ τὸ θαυμαστικό.

Πάνω


Δύο τελεῖες ( : ) (ὴ διπλὴ τελεία, ἢ πάνω καὶ κάτω τελεία)
Οἱ δύο τελεῖες δηλώνουν ὅτι θ' ἀκολουθήσει παράθεμα ἀπὸ ξένο κείμενο, ἀπόφθεγμα, παροιμία ἢ εὐθὺς λόγος. Χρησιμοποιεῖται ἀκόμη στὶς περιπτώσεις ποὺ ἀναλύομε ἢ ἐρμηνεύομε κάτι ποὺ ἔχομε καταγράψει, π.χ.: Σκεπτόμουν καθαρὰ τοῦτο: θὰ ἐκτελέσω ὅσο μπορῶ καλύτερα τὸ χρέος μου.

Ἡ λέξη ὕστερ' ἀπὸ τὶς δύο τελεῖες γράφεται μὲ ἀρχικὸ γράμμα κεφαλαῖο ὅταν οἱ δύο τελεῖες ἔχουν τὴ θέση τελείας.

Πάνω


Παύλα ( – ) [Alt+0150]
Ἡ παύλα δηλώνει ἀλλαγὴ τοῦ συνομιλητῆ σ' ἕνα γραπτὸ κείμενο διαλόγου ὅταν δὲν χρησιμοποιοῦνται εἰσαγωγικά.

Ἐπίσης χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ φανεῖ μεγαλύτερη ἡ ἀντίθεση τῶν προηγούμενων μὲ τ' ἀκόλουθα, π.χ.: Ξεκίνησαν – μὰ δὲ θὰ φτάσουν ποτέ!

Ἡ χρήση τῆς παύλας δείχνει ἀπότομη ἀλλαγὴ ἢ ἀνακολουθία στὴ φράση, π.χ.: Εἶδα τὸ Μιχάλη προχθές – ὁ Γιάννης ἦταν στὸ τηλέφωνο.

Ἡ παύλα εἶναι δυνατὸ νὰ χρησιμοποιηθεῖ στὸ τέλος μιᾶς παραγράφου, ἀμέσως μετὰ τὴν τελεία, δηλώνοντας ὅτι ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἕνα θέμα, μιὰ νοηματικὴ ἑνότητα. (Σημείωση: Ἀπὸ ἐδῶ βγῆκε καὶ ἡ φράση: «τελεία καὶ παύλα», δηλαδὴ τελείωσε τελείως τὸ ζήτημα.)

Ἐπίσης, ἡ παύλα μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ σὲ διάλογο, ὅταν διακόπτεται ἀπότομα ὁ λόγος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἀποσιωπητικά, ποὺ δηλώνουν κυρίως: παύση, ἀποσιώπηση, ἀμηχανία κτλ.:

– Μπορῶ νὰ σᾶς μιλή–
– Σταμάτα! Δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ μιλᾶς!

Πάνω


Παρένθεση [ ( ) ]
Διπλὴ παύλα ( – – )

Κοινὸ γνώρισμα καὶ τῶν δύο σημείων στίξης εἶναι ὅτι οἱ λέξεις ποὺ περικλείονται σ' αὐτὰ παρουσιάζουν, κατὰ τὴ γνώμη μας, λιγότερο ἐνδιαφέρον. Ἔχουν ὅμως καὶ διαφορὲς μεταξύ τους, τὶς ἀκόλουθες:

Ἡ παρένθεση χρησιμεύει γιὰ νὰ περικλείσει καὶ ν' ἀπομονώσει λέξη ἢ φράση ὁλόκληρη ποὺ ἐπεξηγεῖ ἢ συμπληρώνει τὰ λεγόμενα, π.χ.: «Ὁ Ὅμηρος (Ὀδύσσεια 490) ἐξυμνεῖ τὴ ζωή.» «Τὸ αὐτοκίνητο (σαράβαλο) ἀγκομαχοῦσε στὸν ἀνήφορο...»

Παρένθεση χρησιμοποιοῦμε καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ περίοδο. Στὶς περιπτώσεις αὐτές προηγεῖται ἄνω τελεία ἢ ἄλλο σημεῖο στίξης, π.χ.: «Θέλουν, μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν. (Μαβίλης).» «–Φοβᾶμαι κάτι χειρότερο! (φεύγουν ἀπὸ τὴ σκηνή).»

Ἡ παρένθεση ἐπίσης χρησιμεύει γιὰ νὰ περικλείσει λέξεις ἢ φράσεις ποὺ μποροῦν νὰ παραλειφθοῦν. Αὐτὸ συχνὰ τὸ πετυχαίνομε καὶ μὲ τὰ κόμματα. Ἡ παρένθεση πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται στὴν περίπτωση αὐτή, ὅταν τὰ παρένθετα λόγια ἀποχωρίζονται καθαρὰ στὸ νόημα καὶ στὴ διατύπωση ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο κείμενο καὶ δὲν ὑπάρχει σ' αὐτὸ λέξη ποὺ ἀναφέρεται στὰ λόγια μέσα στὴν παρένθεση.

Μέσα σὲ παρένθεση ἀναγράφονται οἱ παραπομπές: «Τὸ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ», εἶπε ὁ Παῦλος. (Πρὸς Κορινθίους Β´ 3.6).

Ἡ παρένθεση μπορεῖ ν' ἀκολουθεῖ ἢ καὶ νὰ ἔχει κατόπι της ἄλλη στίξη, ἰδίως κόμμα. Μπορεῖ καὶ ν' ἀρχίζει μὲ κεφαλαῖο γράμμα. Ἡ τελεία μπαίνει πρὶν κλείσει ἡ παρένθεση ὅταν ἡ παρένθεση ἀρχίζει μὲ κεφαλαῖο.

Ἡ διπλὴ παύλα χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ ἀπομονωθεῖ μέρος τῆς φράσης, ὅπως γίνεται καὶ στὴν παρένθεση. Αὐτὸ γίνεται ἰδίως ὅταν ὅταν τὸ μέρος αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο δευτερότερο ὥστε νὰ κλειστεῖ σὲ παρένθεση. Τὸ κλείσιμό του μέσα σὲ κόμματα θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει ἀσάφεια, π.χ.: «Ὁ πατέρας μου –ἐλαφρύ τὸ χῶμα ποὺ τὸν σκέπασε– δὲν ἤθελε νὰ μὲ κάνει βοσκό.»

Πάνω


Ἀγκύλες [ ]
Χρησιμοποιοῦνται γιὰ ν' απομονωθεῖ μιὰ ἔνδειξη ποὺ βρίσκεται ἤδη σὲ παρένθεση.

Πάνω


Εἰσαγωγικὰ ( « » )
« = Alt+0171
» = Alt+0187
' = Alt+0145
' = Alt+0146
" = Alt+0147
" = Alt+0148
" = Alt+0132

Τὰ εἰσαγωγικὰ σημειώνονται στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος παραθεμάτων: Μοῦ εἶπε: «Δὲ σὲ ξέρω καθόλου».

Ἐπίσης, ὅταν ἀναφέρομε λέξεις ἢ φράσεις ποὺ δὲν ἀνήκουν στὴν κοινὴ γλῶσσα ἢ ποὺ παίρνουν ἕνα ἰδιαίτερο νόημα ἢ ἀπόχρωση νοήματος στὸ λόγο μας: οἱ παλαιότεροι χρησιμοποιοῦσαν τὴ λέξη «σπουδαῖος» μὲ διαφορετικὸ νόημα• σήμαινε τὸ μορφωμένο, τὸ λόγιο.

Τίτλοι βιβλίων, θεατρικῶν ἔργων, ὀνόματα πλοίων, ἐφημερίδων, ἐπιγραφές κτλ., τοποθετοῦνται μέσα σὲ εἰσαγωγικά.

Ὕστερα ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ σημειώνεται, ὅταν χρειάζεται, ἡ τελεία καὶ ἡ ἐπάνω τελεία. Τὸ κόμμα δὲ σημειώνεται, ἐκτὸς ὅταν μὲ τὸ κλείσιμο τῶν εἰσαγωγικῶν τελειώνει φράση ποὺ ἀπαιτεῖ κόμμα, π.χ.: «Εἶναι δύο ἡ ὥρα» εἶπε ἡ Μαρία «τὰ μαγαζιὰ θὰ ἔχουν κλείσει».

Τὸ ἐρωτηματικὸ καὶ τὸ θαυμαστικὸ σημειώνονται μέσα ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ τοῦ τέλους (ἐκτὸς κι ἂν δὲν ἀνήκουν στὸ κείμενο τὸ κλεισμένο μέσα στὰ εἰσαγωγικά, καὶ τότε μπαίνουν ἔξω ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικά).

Ὅταν τὸ κείμενο τῶν εἰσαγωγικῶν συνεχίζεται καὶ σὲ καινούργια παράγραφο, ξανασημειώνομε στὴν ἀρχὴ της τὰ εἰσαγωγικὰ τοῦ τέλους (»), ἐνῷ ἡ προηγούμενη παράγραφος κλείνει χωρὶς εἰσαγωγικά.

Στὴ θέση τῶν εἰσαγωγικῶν μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ παλιότερα πνεύματα δασεία καὶ ψιλή, μονὰ ἢ διπλὰ ἀνεστραμμένα (' ' ἢ " "), κυρίως ὅταν χρειάζεται νὰ υπογραμμιστεῖ μιὰ λέξη ἢ φράση, ποὺ βρίσκεται ἤδη μέσα σὲ εἰσαγωγικά.

Ὅταν ἕνα τμῆμα κειμένου ποὺ βρίσκεται μέσα σὲ εἰσαγωγικὰ περιλαμβάνει λέξεις ἢ προτάσεις ποὺ πρέπει νὰ κλειστοῦν σὲ ἄλλα εἰσαγωγικά, τότε χρησιμοποιοῦμε τὰ «ἀνωφερὴ εἰσαγωγικά» ἢ «διπλὰ κόμματα» (" " ἢ " ").

Τὰ εἰσαγωγικὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ χρησιμοποιηθοῦν σὲ λέξεις ποὺ τυπώνονται μὲ διαφορετικὴ γραμματοσειρά. Αὐτὸ συνήθως ἐφαρμόζεται στὶς περιπτώσεις παράθεσης μίας λέξης ἢ ἑνὸς τίτλου βιβλίου κτλ.

Εἰσαγωγικὰ ἐπίσης χρησιμοποιοῦμε στοὺς διαλόγους, ὅταν δὲν γίνεται χρήση τῆς παύλας (γιὰ νὰ διακρίνονται τὰ πρόσωπα):
«Τὶ εἶναι ἡ ζωή;» μονολόγησε ὁ γερο-Θόδωρος.
«Ἕνα ποτήρι νερό» συμπλήρωσε ὁ Γιάννης.

Ὅταν στοὺς διαλόγους χρησιμοποιοῦνται παῦλες, παραθέτουμε σὲ εἰσαγωγικὰ τοὺς ἐσωτερικούς διαλόγους. δηλαδή, τὰ λόγια ποὺ σκέφτονται ἢ ἀνακαλοῦν τὰ πρόσωπα τῶν διαλόγων:
– Περάστε, κύριε Γιώργο. Ἐδῶ ἔχει δροσιά.
«Εἶναι καλύτερα νὰ περάσω τώρα» σκέφτηκε ὁ κυρ-Γιώργος.
–Φχαριστῶ κυρα-Φρόσω, ἔρχομαι.

Πάνω


Ὁμοιωματικὰ ( » )
Σημειώνονται γιὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθεῖ λέξη ποὺ γράφτηκε ἀκριβῶς στὸ ἴδιο σημεῖο τῆς προηγούμενης σειρᾶς γραπτοῦ κειμένου.

Πάνω


Θαυμαστικὸ ( ! )
Χρησιμοποιεῖται ὕστερα ἀπὸ ἕνα ἐπιφώνημα ἢ μιὰ ἔκφραση ποὺ δηλώνει θαυμασμό, προσταγή, χαρά, ἐλπίδα, φόβο, ἕνα ξαφνικὸ αἴσθημα, πάθος ἢ ἄλλο συναίσθημα, π.χ.: Ζήτω! Μακάρι! Πήγαινε! Ντροπή! Ἴσια τὸ τιμόνι! πρόσταξε ὁ πατέρας.

Τὸ θαυμαστικὸ ποὺ δηλώνει εἰρωνεία ἢ ποὺ σημειώνεται γιὰ νὰ ὑπογραμμιστεῖ κάτι ἀπίστευτο ἢ ἀνόητο, καὶ ποὺ ἀναφέρεται σὲ λέξη μόνο τῆς πρότασης, τὸ βάζομε σὲ παρένθεση, π.χ.: Λέει πὼς ἀνέβηκε σὲ μιὰ ὥρα(!) στὸν Ὄλυμπο.– Ἡ Σούλα εἶναι σπουδαία(!) νοικοκυρά.

Σημειώνουμε θαυμαστικὸ καὶ σὲ προτάσεις ἐρωτηματικοῦ τύπου ἀλλὰ πραγματικὰ ἐπιφωνηματικές, π.χ.: Ποῦ καταντήσαμε! Καὶ πιστεύεις κι ἐσύ τέτοια πράματα!

Τὸ θαυμαστικὸ σημειώνεται μέσα ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ ὅταν ἀνήκει στὰ λόγια ποὺ κλείνονται σ' αὐτά, καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὰ ὅταν ἀνήκει στὸ κείμενο ποὺ εἰσάγει τὰ ξένα λόγια, π.χ.: «Ζήτω ἡ Ἑλλάδα!» βροντοφώναξε.– Καὶ ποιὸς δὲ θυμᾶται τοῦ Λεωνίδα τὸ «μολών λαβέ»!

Ἡ λέξη ὕστερα ἀπὸ θαυμαστικὸ (ἐκτὸς ὅταν αὐτὸ συνοδεύει ἕνα ἐπιφώνημα) γράφεται μὲ κεφαλαῖο στὴν ἀρχή. Συνεχίζομε μὲ μικρὸ γράμμα, ὅταν ἡ συνέχεια συνδέεται ἄμεσα μὲ τὰ προηγούμενα: «Ἴσια τὰ πανιά!» πρόσταξε ὁ καπετάνιος.

Ὅταν ἡ ἐπιφωνηματικὴ πρόταση ἀρχίζει ἀπὸ ἐπιφώνημα, παραλείπουμε συνήθως ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαυμαστικό: Ἄχ, καὶ νὰ φυσοῦσε λίγο!

Τὰ ἐπιφωνήματα ποὺ παρατείνουν τὸ τελευταῖο φωνῆεν, γράφονται κιόλας ἔτσι, π.χ.: άαα! ἦταν φανταστικό!, έεε! πρόσεχε!, ώωω! τὴν πατήσαμε!, άααχ!, πωπώωω!, όφουουου!, όχουουου!, άουουου! κτλ.

Τὸ θαυμαστικὸ καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς στίξης:
Γιὰ τὸ θαυμαστικὸ ἰσχύουν τὰ ἴδια ποὺ ἰσχύουν γιὰ τὸ ἐρωτηματικό.

Πάνω


Ἐρωτηματικὸ ( ; )
Τοποθετεῖται στὸ τέλος κάθε εὐθείας ἐρωτηματικῆς πρότασης, π.χ.: Θὰ πᾶμε γιὰ καφέ;– Εἶναι καλὸς χτίστης ὁ Γιάννης;

Ἡ πλάγια ἐρώτηση δὲ χρειάζεται ἐρωτηματικό, π.χ.: Μὲ ρώτησε γιατὶ δὲν τὸν περίμενα.– Δὲν ἔμαθα ποῦ πῆγε.

Τοποθετημένο μετὰ μιὰ λέξη, σὲ παρένθεση, δηλώνει εἰρωνεία ἢ ἀμφιβολία ἢ ἀμφισβήτηση, π.χ.: Περηφανευόταν πὼς ἦταν ὁ καλύτερος(;) κυνηγός.

Σὲ σειρὰ ἀπὸ ἐρωτήσεις σημειώνεται τὸ ἐρωτηματικὸ μόνο στὴν τελευταία, ὅταν οἱ ἐρωτήσεις ἀπαιτοῦν τὴν ἴδια ἀπάντηση: Θέλεις νὰ μείνεις μόνος, νὰ ὑποφέρεις, νὰ καταντήσεις ἀλκοολικός; Ἀλλά: Γιατὶ ἄργησες; ποῦ ἤσουν; τὶ ἔκανες; (Παρατήρηση: στὴν περίπτωση μικρῶν προτάσεων δὲν εἶναι ἀναγκαῖο τὸ πρῶτο γράμμα μετὰ τὸ ἐρωτηματικὸ νὰ εἶναι κεφαλαῖο. Ἀλλά: Μάνα τὶ ἔχεις καὶ βογκᾶς; Τὶ κακὸ σοῦ 'καμε ὁ γιός σου; Σὲ παράκουσε, λόγο σοῦ ἀντιγύρισε ποτέ;

Οἱ διμερεῖς (ἢ πολυμερεῖς) ἐρωτήσεις παίρνουν ἐρωτηματικὸ στὸ πρῶτο μέρος καὶ τελεία στὸ δεύτερο, ποὺ διαζευγνύεται ἀπὸ τὸ πρῶτο, π.χ.: Ἔρχεσαι σὰ φίλος; ἢ σὰν ἐχθρός.– Αὐτὸ εἶναι κουνουπίδι; εἶναι λάχανο; ἢ εἶναι μπρόκολο.

Τὸ ἐρωτηματικὸ σημειώνεται μέσα ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ ὅταν ἀνήκει στὰ λόγια ποὺ κλείνονται σ' αὐτά, καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὰ ὅταν ἀνήκει στὸ κείμενο ποὺ εἰσάγει τὰ ξένα λόγια, π.χ.: «Ποῦ πᾶμε;» βροντοφώναξε.– Ποιὸς εἶπε τὸ «μολὼν λαβέ»;

Ἡ λέξη ὕστερα ἀπὸ ἐρωτηματικὸ γράφεται μὲ κεφαλαῖο στὴν ἀρχή. Συνεχίζομε μὲ μικρὸ γράμμα, ὅταν ἡ συνέχεια συνδέεται ἄμεσα μὲ τὰ προηγούμενα: «Εἴστε καλά;» ξαναρώτησε καὶ ἔφυγε, κλείνοντας τὴν πόρτα πίσω του.

Τὸ ἐρωτηματικὸ καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς στίξης:
• Δὲν μπαίνει ποτὲ κόμμα μετὰ ἀπὸ ἐρωτηματικό: – Πάλι πῆρες ἄδεια ἀπὸ τὴ σημαῖα; μὲ ρώτησε γελῶντας πονηρά.
Παρατήρηση: ἡ ἴδια πρόταση μπορεῖ νὰ γραφεῖ ἰσοδύναμα μὲ τὴ χρήση τοῦ κόμματος, ἀλλὰ χρησιμοποιῶντας εἰσαγωγικά: «Πάλι πῆρες ἄδεια ἀπὸ τὴ σημαῖα;» μὲ ρώτησε γελῶντας πονηρά.
• Τὸ ἐρωτηματικὸ σημειώνεται μέσα στὴν παρένθεση, στὰ εἰσαγωγικά, τὶς διπλές παῦλες κτλ., μόνον ὅταν ὁλόκληρη ἡ εὐθεία ἐρώτηση εἶναι παρενθετική: Μᾶς ἄφησε νὰ σκεφτόμαστε διάφορα (μήπως ἦταν κι ἡ πρώτη φορά;), πρὶν μᾶς ἐξηγήσει...
• Ὅταν ὑπάρχουν ἀποσιωπητικά, τὸ ἐρωτηματικὸ σημειώνεται πρὶν ἀπὸ αὐτά:
– Εἶναι λογικὸ νὰ μὴ μᾶς λέει τίποτα;...
• Ὅταν ὑπάρχουν εἰσαγωγικά, τὸ ἐρωτηματικὸ μπαίνει μέσα σ' αὐτά, ἐκτὸς κι ἂν δὲν ἀνήκει στὸ κείμενο ποὺ βρίσκεται μέσα σ' αὐτά: «Τὶ καιρὸ κάνει σήμερα;» μὲ ρώτησε ἡ Μαρία.
Ἀλλά: Σὲ ρώτησε πράγματι «Τὶ καιρὸ κάνει σήμερα;»; Ἡ Μαρία μὲ ρώτησε: «Τὶ καιρὸ κάνει σήμερα;».

Πάνω


Ἀποσιωπητικὰ ( ... ) [Alt+0133]
Τὰ ἀποσιωπητικὰ σημειώνονται ὅταν δὲν τελειώνουμε τὴ φράση. Ἐπίσης, ὅταν σὲ παράθεμα ἀπὸ συγγραφέα παραλείπομε ἕνα τμήμα φράσης ἢ καὶ φράσεις ὁλόκληρες. στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὰ ἀποσιωπητικὰ τοποθετοῦνται μέσα σὲ ἀγκύλες: Γιὰ τὴν απάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν ἐξετάσεων, δεῖτε στὴ σελίδα 41 τοῦ βιβλίου τὴν παράγραφο: «Ἀπὸ τὴ σοβαρότητα [...] εἶναι ἐπανάσταση τῶν ἰδεῶν.».

Μὲ τὰ ἀποσιωπητικὰ δηλώνεται ἐπίσης θαυμασμός, εἰρωνεία, συγκίνηση, φόβος, δισταγμός, ντροπή, περιφρόνηση, ἀπειλὴ κτλ., γιὰ ὅσα θὰ σημειωθοῦν ἀμέσως κατόπιν, π.χ.: «Μὴν ξανάρθεις ἀδιάβαστος, γιατί...» «Κι ἔπειτα... ἔπειτα ὅλα τέλειωσαν.»

Aποσιωπητικὰ σημειώνομε, σ' ὁρισμένες περιπτώσεις, καὶ μετὰ ἀπὸ θαυμαστικὸ ἢ ἐρωτηματικό, στὶς περιπτώσεις αὐτές δείχνουν ἕνα σταμάτημα στὴν ὁμιλία, π.χ.: «Καὶ τὶ δὲ θά 'κανα! ... Φτάνει νὰ μ' ἄφηνες.» «Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος; ...»

Ἀποσιωπητικὰ χρησιμοποιοῦμε καὶ στὴν περίπτωση δισταχτικῆς ὁμιλίας, χωρίς ν' ἀποσιωποῦμε τίποτα, προκειμένου νὰ τονιστοῦν ἐκεῖνα ποὺ θ' ἀκολουθήσουν.

Σημείωση: Ἡ ἀγγλικὴ ὀνομασία τῶν ἀποσιωπητικῶν (ellipsis) καὶ ὁ ἀντίστοιχος δεκαδικὸς κωδικὸς ASCII, μοῦ ὑποδείχθηκαν ἀπὸ τὸν Σεμπαστιὰν Νικολάου (www.sebdesign.eu), τὸν ὁποῖο καὶ εὐχαριστῶ.

Πάνω


Ἀστερίσκος ( * )
Στὸ τέλος μιᾶς λέξης δηλώνει παραπομπὴ σὲ ὑποσημείωση κειμένου. Σὲ φιλολογικὰ κείμενα στὴν ἀρχὴ μιᾶς λέξης δηλώνει ὅτι ἡ λέξη εἶναι ὑποθετική. Κοντὰ σὲ μιὰ χρονολογία δηλώνει τὴ γέννηση ἑνὸς προσώπου.

Πάνω


Σταυρὸς ( † ) [Alt+0134]
Συχνὰ, συνοδεύει τὴ χρονολογία θανάτου ἑνὸς προσώπου.

Πάνω


Ἑνωτικὸ ( - )
Βάζουμε ἑνωτικὸ στὸ τέλος τῆς ἀράδας ὅταν ἡ λέξη δὲ χωράει ὁλόκληρη καὶ θὰ πρέπει νὰ συλλαβιστεῖ.

Σημειώνεται ἑνωτικὸ συνήθως σὲ μακρόσυρτες συνθέσεις λέξεων: κοινωνικο-οικονομικός. Ἀπαραίτητο εἶναι ὅταν σὲ περίπτωση βραχυλογίας χρησιμοποιοῦνται δύο παράλληλες λέξεις: πρωί-βράδυ, μέρα-νύχτα.

Βάζουμε ἑνωτικὸ ὕστερα ἀπὸ τὰ προταχτικά: αγια-, αϊ-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα-, χατζη-, ὅταν πᾶνε μπροστὰ ἀπὸ κύριο ὄνομα, π.χ.: αγια-Μαρίνα, αϊ-Γιώργης, γερο-Δῆμος, κυρα-Ρήνη, μαστρο-Νικόλας, μπαρμπα-Γιάννης, παπα-Κωστῆς κτλ. Οἱ προταχτικές λέξεις δὲν παίρνουν τόνο.

Χρησιμοποιοῦμε ἑνωτικὸ στὴν ἀπαρίθμηση ἢ παράθεση σταθμῶν δρομολογίων, π.χ.: Ἡ γραμμὴ Ἡρακλείου - Χανίων. Τὸ ταξίδι Πειραιᾶ - Ἡράκλειο διαρκεῖ δέκα ὧρες.

Τοποθετοῦμε ἑνωτικὸ στὰ σύνθετα παραθετικά, δηλαδὴ σὲ ὀνοματικὰ σύνολα ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο ὁμοιόπτωτες λέξεις μὲ ἰδιαίτερη σημασιολογικὴ σημασία, π.χ.: ταξίδι-ἀστραπή, λέξη-κλειδί, πλοῖο-φάντασμα κτλ.

Στὶς περιπτώσεις ἑλληνικῶν ἢ ξενικῶν κυρίων ἀνθρωπονυμικῶν ὀνομάτων ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο μικρὰ ὀνόματα, σημειώνεται τὸ ἑνωτικὸ μόνο ὅταν χρησιμοποιοῦνται καὶ τὰ δύο μαζὶ γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὸν ἴδιο ἄνθρωπο: Ζακ-Ὓβ Κουστό, Ἀντρέ-Μαρὶ Ἀμπέρ, Ἄννα-Μαρία κτλ. Ἀντίθετα, ὅταν ὑπάρχουν δύο μικρὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα δὲν χρησιμοποιοῦνται ταυτόχρονα, τότε τὸ ἑνωτικὸ δὲ σημειώνεται: Ἀντώνιος Ἐμμανουὴλ Κατακουζηνός, Ἡλέκτρα Ἑλένη Μαυρογένη. ἀλλὰ, Γεώργιος-Ἀλέξανδρος Μαγκάκης.

Τὸ ἑνωτικὸ χρησιμοποιεῖται σ' ὅλες τὶς περιπτώσεις τῶν ἑλληνικῶν ὀνομάτων μὲ δύο ἐπώνυμα: Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, Κατερίνα Περισυνάκη-Κουτρούλη.

Βάζουμε ἑνωτικὸ σὲ ἐμπορικούς τίτλους ἢ ἐπωνυμίες ἐπιχειρήσεων, π.χ.: Ἀγραφιώτης - Πουρνάρας καὶ Σία.

Τὸ ἑνωτικὸ σημειώνεται στὸ τέλος ἢ στὴν ἀρχὴ ἑνὸς γλωσσικοῦ τύπου, γιὰ νὰ δειχτεῖ πὼς αὐτὸς δὲ γράφεται ὁλόκληρος: μονο-, δηλαδὴ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ μόνο.

Σημειώνουμε τὸ ἑνωτικὸ σὲ φράσεις ποὺ λειτουργοῦν ὡς ἕνα ὄνομα: τὸ σ' ἀγαπῶ-σὲ-μισῶ, ὁ φίλος μου ὁ Αὐτός-ποὺ-γίνεται-τύφλα κτλ.

Δὲν παίρνουν ἑνωτικὸ τὰ κυρ, πάτερ καὶ καπετάν, π.χ.: ὁ κυρ Αντώνης, ὁ πάτερ Γεώργιος, ὁ καπετὰν Μιχάλης κτλ.

Τὸ ἑνωτικὸ ἀνάμεσα σὲ ὅμοιες λέξεις συνήθως ἀποφεύγεται, π.χ.: Προχώρα σιγὰ σιγά. Περπατούσαμε ἄκρη ἄκρη στὸ δρόμο.

Πάνω


Ὑποδιαστολὴ ( , )
Σημειώνεται στὴν ἀναφορικὴ ἀντωνυμία ὅ,τι (= καθετί) καὶ στὸ χρονικὸ σύνδεσμο ὅ,τι (= μόλις): ὅ,τι μοῦ πεῖς θὰ τὸ κάμω.– Ὅ,τι ἦρθε.

Σ' ἕνα δεκαδικὸ ἀριθμὸ χωρίζει τὸ ἀκέραιο μέρος ἀπὸ τὸ δεκαδικό: (3,14).

Πάνω


Απόστροφος ( ' )
Σημειώνεται στὴν ἔκθλιψη: ἀπ' αὐτά. στὴν ἀφαίρεση: μοῦ 'πε. στὴν ἀποκοπή: φέρ' το.

Πάνω


Παράγραφος ( § ) [Alt+0167]
Δηλώνεται μικρὴ διακοπὴ στὸ λόγο, ἰδίως ὅταν ὁ λόγος προχωρεῖ σὲ διαφορετικὸ κύκλο ἰδεῶν. Ἡ ἔναρξη παραγράφου δηλώνεται μὲ ἀλλαγὴ σειρᾶς, καὶ τὸ ξεκίνημα τῆς γραφῆς λίγο πιὸ μέσα ἀπὸ τὴ συνηθισμένη ἀρχὴ τῆς σειρᾶς.

Πάνω


Σύν, πλήν ( ± ) [Alt+0177]
Ὅταν βρίσκεται κοντὰ σὲ μιὰ χρονολογία, σημαίνει τὸ περίπου, τὴ μὴ βεβαιότητα σὲ σχέση μὲ τὴ χρονολογία.

Πάνω


Ἀριθμοὶ καὶ σημεῖα στίξης
Τὸ κόμμα χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ χωρίζει τὶς ἀκέραιες μονάδες ἀπὸ τὸ δεκαδικὸ μέρος τοῦ ἀριθμοῦ. Οἱ πολυψήφιοι ἀριθμοὶ παριστάνονται ἀνὰ ὁμάδες τριῶν ψηφίων. κάθε ὁμάδα τριῶν ψηφίων χωρίζεται ἀπὸ τὴν προηγούμενη ἢ τὴν ἑπόμενη μὲ σταθερὸ ἡμιδιάστημα (Ctrl + Shift + Space). Τὰ δεκαδικὰ ψηφία δὲν χωρίζονται μεταξύ τους. Ἐναλλακτικά, στὴ θέση τοῦ ἡμιδιαστήματος μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ τελεία. Γιὰ παράδειγμα:

Ἡ ἀπόσταση μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο περιοχῶν εἶναι 1 256 456,1256 μέτρα. Τὸ βάρος τοῦ χαμένου φορτίου ἦταν 2.526.253,145 κιλά.

Ὁ διαχωρισμὸς σὲ ὁμάδες τῶν τριῶν ψηφίων δὲν συνηθίζεται στὴν περίπτωση τῶν χρονολογιῶν. Γιὰ παράδειγμα:

Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἡ καταστροφή του συντελέστηκε τὸ 4500 π.Χ. Ἡ περιοχὴ κατοικήθηκε πολύ πρὶν τὸ 10500 π.Χ.

Πάνω


Διαστήματα καὶ σημεῖα στίξης
Σημεῖο στίξης Χρήση στὸ κείμενο
,
.
.
:
!
;
-

/
( )
[ ]
« »
" "
' '
%
+
-
±
°C (°F)
°
χχ, χχ
χχ. χχ
χχ. Χχ
χχ: χχ
χχ! χχ
χχ; Χχ
χχ-χχ
χχ – χχ
χχ/χχ
χχ (χχ) χχ
χχ [χχ] χχ
χχ «χχ» χχ
χχ "χχ" χχ
χχ 'χχ' χχ
00 %
+¤00
-¤00
±¤00
00¤°C
00°
Σημείωση: ¤ = σταθερὸ ἡμιδιάστημα (Ctrl + Shift + Space), ° = (Alt + 0176)

Πηγές:
1. Ὁδηγὸς τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας, ἐπιμ. Ἄννα Ἰορδανίδου, ἐκδόσεις Πατάκη.
2. Χανδριώτης, Ἑλλάδιος, Προφορὰ καὶ στίξη, Λευκωσία 1972.
3. Ἴδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη – Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ (τῆς Δημοτικῆς), Θεσσαλονίκη 1973.
4. Ἑλληνικὸ Λεξικό, Τεγόπουλος-Φυτράκης.
5. Ὑπηρεσία Ἐκδόσεων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης, Διοργανικὸ ἐγχειρίδιο σύνταξης κειμένων, http://publications.europa.eu/code/el/el-4100000.htm
6. Σακελλαρίου, Χάρης, Κλιτικὸ λεξικὸ δημοτικῆς, ἐκδόσεις Ἱ. Σιδέρης, Ἀθήνα.
7. Κριαρᾶς Ἐμμανουήλ, Νέο ἑλληνικὸ λεξικὸ τῆς σύγχρονης δημοτικῆς γλώσσας, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν.



Μπορεῖτε νὰ κατεβάσετε ἐδῶ, ἀρχεῖο "xrisi_simion_stixeos.zip" (80KB) μὲ τὴν πολὺ καλὴ δουλειὰ τοῦ
Μπάμπη Κουτρούλη ἀπὸ τὸ http://www.teicrete.gr/users/kutrulis/Glosika/Stixi.htm, «Βασικὲς ὁδηγίες γιὰ τὴ χρήση τῶν σημείων στίξης».
© 2003-2009 Μπάμπης Κουτρούλης